σακχαρότευτλο

το, Ν
το ζαχαρότευτλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρις + τεύτλο. Η λ., στον πληθ. σακχαρότευτλα, μαρτυρείται από το 1888 στον Π. Γεννάδιο].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.